↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγχολυτικός η αγχολυτική το αγχολυτικό
      γενική του αγχολυτικού της αγχολυτικής του αγχολυτικού
    αιτιατική τον αγχολυτικό την αγχολυτική το αγχολυτικό
     κλητική αγχολυτικέ αγχολυτική αγχολυτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγχολυτικοί οι αγχολυτικές τα αγχολυτικά
      γενική των αγχολυτικών των αγχολυτικών των αγχολυτικών
    αιτιατική τους αγχολυτικούς τις αγχολυτικές τα αγχολυτικά
     κλητική αγχολυτικοί αγχολυτικές αγχολυτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αγχολυτικός < άγχος + λύω + -τικος

  Επίθετο

επεξεργασία

αγχολυτικός -ή -ό

  • που απελευθερώνει από το άγχος ή το μειώνει
αγχολυτικά φάρμακα

  Μεταφράσεις

επεξεργασία