Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαχτάρα λαχτάρες
γενική λαχτάρας
αιτιατική λαχτάρα λαχτάρες
κλητική λαχτάρα λαχτάρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαχτάρα < λαχταρίζω < λαχταρώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαχτάρα θηλυκό

  • έντονη επιθυμία
έχω λαχτάρα να σε δω
  • πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας
είσαι η λαχτάρα μου
  • αναμονή με συναισθηματική φόρτιση
περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων
  • ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός
πέρασα μεγάλη λαχτάρα με την ασθένειά του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία