Δείτε τους τύπους άρα, αρά, -άρα, ἀρά, Ἀρά, ἄρα, ἆρα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η -άρα οι -άρες
      γενική της -άρας
    αιτιατική τη(ν) -άρα τις -άρες
     κλητική -άρα -άρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
-άρα <

  Επίθημα

επεξεργασία

-άρα θηλυκό

  1. μεγεθυντικό επίθημα θηλυκού γένους παραγώγων από ουσιαστικά και κύρια ονόματα που σημαίνει
    1. (με μεγεθυντική σημασία) πολύ μεγάλο
      οικόπεδο > οικοπεδάρα, πόδι > ποδάρα, γυναίκα > γυναικάρα
    2. (επιτατικό) πολύ σπουδαίο
      Χριστίνα > Χριστινάρα, Γιώργος > Γιωργάρα
      έργο > εργάρα
  2. για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από αριθμητικά επίθετα που δηλώνει
    1. περίπου την ηλικία γυναίκας
      τριαντάρα
    2. μέγεθος, ποσότητα, διάρκεια (όπως ο κυβισμός μηχανών, χωρητικότητα, χρηματικά ποσά) [2]
      χιλιάρα μηχανή, πεντακοσάρα, εξάρα
  3. επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζει μεγάλο βαθμό της ιδιότητας της πρωτότυπης λέξης
    σιχαίνομαι > σίχαμα > σιχαμάρα

Άλλες μορφές

επεξεργασία
  • -αρού για άλλα επίθετα ή ουσιαστικά

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθήματος

επεξεργασία

-άρα

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. -άρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)