Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαχταριστός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λαχταριστός, -ή, -ό

  1. που τον λαχταράμε, τον επιθυμούμε πολύ
    το φαγητό ήταν ζεστό ζεστό και λαχταριστό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία