Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανασφάλεια οι ανασφάλειες
      γενική της ανασφάλειας των ανασφαλειών
    αιτιατική την ανασφάλεια τις ανασφάλειες
     κλητική ανασφάλεια ανασφάλειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

ανασφάλεια < (καθαρεύουσα) ἀνασφάλεια < (καθαρεύουσα) ἀνασφαλής < ελληνιστική κοινή ἀνασφαλής

  Ουσιαστικό

ανασφάλεια θηλυκό

  1. η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς
    ανασφάλεια κοινωνική, οικονομική, συναισθηματική
    η φυσιολογική ανασφάλεια ενός μικρού παιδιού
    η παθολογική ανασφάλεια
  2. (λαϊκότροπο) (προφορικό), στον πληθυντικό
    Αμάν βρε γυναίκα με τις ανασφάλειές σου, αφού ξέρεις ότι μόνο εσένα αγαπώ

Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

  Μεταφράσεις