Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προφορικός προφορική προφορικό
γενική προφορικού προφορικής προφορικού
αιτιατική προφορικό προφορική προφορικό
κλητική προφορικέ προφορική προφορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προφορικοί προφορικές προφορικά
γενική προφορικών προφορικών προφορικών
αιτιατική προφορικούς προφορικές προφορικά
κλητική προφορικοί προφορικές προφορικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προφορικός < ελληνιστική κοινή προφορικός < αρχαία ελληνική προφέρω < φέρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰer- ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική oral)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προφορικός, -ή, -ό

  1. που εκφέρεται με το στόμα, εκφωνώντας
     αντώνυμα: γραπτός, (ενδιάθετος)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (τα) προφορικά: εξετάσεις στις οποίες οι εξεταζόμενοι δεν εξετάζονται γραπτά, αλλά εκφωνούν με το στόμα τις απαντήσεις
     αντώνυμα: γραπτά
  3. που σχετίζεται με ή αφορά τον ανεπίσημο λόγο - την καθομιλουμένη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία