Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθομιλουμένη < θηλυκή μετοχή του ελληνιστικού καθομιλοῦμαι (συνηθίζομαι) < αρχαία ελληνική καθομιλῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθομιλουμένη θηλυκό

  • η κοινή γλώσσα, που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, η δημοτική
  • καθημερινή, μη ακαδημαϊκή (λαϊκή) γλώσσα. Πολλές φορές μπορεί να απαρτίζεται από πρόχειρες λέξεις ή εκφράσεις με μεταφορική και όχι πάντα σαφή ερμηνεία. Μέρος της καθομιλουμένης είναι και η αργκό.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία