Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλειονότητα οι πλειονότητες
      γενική της πλειονότητας των πλειονοτήτων
    αιτιατική την πλειονότητα τις πλειονότητες
     κλητική πλειονότητα πλειονότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλειονότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλειονότητα θηλυκό

  1. το μεγαλύτερο μέρος ή τμήμα ενός πλήθους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία