Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλειοψηφία οι πλειοψηφίες
      γενική της πλειοψηφίας των πλειοψηφιών
    αιτιατική την πλειοψηφία τις πλειοψηφίες
     κλητική πλειοψηφία πλειοψηφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλειοψηφία < ελληνιστική κοινή πλειοψηφία < αρχαία ελληνική πλείων + ψῆφος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pli.ɔ.psi.ˈfi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλειοψηφία θηλυκό

  1. οι ψήφοι που υπερτερούν αριθμητικά σε μια εκλογική διαδικασία
    το κόμμα μας πήρε την πλειοψηφία
  2. η παράταξη που πήρε τις περισσότερες ψήφους ή έδρες σε μια εκλογική διαδικασία, ή σε ένα εκλεγμένο όργανο
    Συνώνυμα: πλειονοψηφία
    Αντώνυμα: μειονοψηφία
    η κυβερνητική πλειοψηφία υπερψήφισε το νομοσχέδιο
  3. το μεγαλύτερο μέρος ενός συνόλου
    η πλειοψηφία των προϊόντων αυτής της εταιρείας είναι χαμηλής ποιότητας
     συνώνυμα: πλειονότητα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • απόλυτη πλειοψηφία: το 50%+1 των ψήφων σε μια ψηφοφορία ή των εδρών σε ένα σώμα
  • αυτοδύναμη πλειοψηφία: το 50%+1 των εδρών στη Βουλή που επιτρέπει στο πρώτο κόμμα να κυβερνήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση
  • ειδική πλειοψηφία
  • διπλή πλειοψηφία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία