Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πλειοψηφών πλειοψηφούσα πλειοψηφούν
γενική πλειοψηφούντος
πλειοψηφούντα
πλειοψηφούσης
πλειοψηφούσας
πλειοψηφούντος
αιτιατική πλειοψηφούντα πλειοψηφούσα πλειοψηφούν
κλητική πλειοψηφούντα πλειοψηφούσα πλειοψηφούν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλειοψηφούντες πλειοψηφούσες πλειοψηφούντα
γενική πλειοψηφούντων πλειοψηφουσών πλειοψηφούντων
αιτιατική πλειοψηφούντες πλειοψηφούσες πλειοψηφούντα
κλητική πλειοψηφούντες πλειοψηφούσες πλειοψηφούντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλειοψηφών < λόγια μετοχή του (μεταγενέστερου) ρήματος πλειοψηφῶ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πλειοψηφών, -ούσα, -ούν

  1. που κατέχει την πλειοψηφία, που παίρνει τις περισσότερες ψήφους
    Η πλειοψηφούσα παράταξη/ πρόταση
    Ο πλειοψηφών συνδυασμός
    Τα πλειοψηφούντα σωματεία στην ομοσπονδία / Το πλειοψηφούν κόμμα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία