Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

ιδιόλεκτος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική idiolect < idio- < ιδιό- < ίδιος + -lect > -λεκτο(ν) < λέγω, όπως το dialect, διάλεκτος[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιδιόλεκτος οι ιδιόλεκτοι
      γενική της ιδιολέκτου των ιδιολέκτων
    αιτιατική την ιδιόλεκτο τις ιδιολέκτους
     κλητική ιδιόλεκτε ιδιόλεκτοι
Δείτε και το ουδέτερο το ιδιόλεκτο.
όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ιδιόλεκτος θηλυκό (και ιδιόλεκτο ουδέτερο)

  1. (γλωσσολογία) ο ιδιαίτερος ατομικός τρόπος με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία
  2. το γλωσσικό ιδίωμα ατόμου ή περιορισμένου κύκλου ατόμων (οικογένεια)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

ιδιόλεκτος < επιθετική λειτουργία του ουσιαστικού ιδιόλεκτος, ιδιό- + αρχαία ελληνική λεκτός (που μπορεί να ειπωθεί) < λέγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ιδιόλεκτος ιδιόλεκτη ιδιόλεκτο
γενική ιδιόλεκτου ιδιόλεκτης ιδιόλεκτου
αιτιατική ιδιόλεκτο ιδιόλεκτη ιδιόλεκτο
κλητική ιδιόλεκτε ιδιόλεκτη ιδιόλεκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιόλεκτοι ιδιόλεκτες ιδιόλεκτα
γενική ιδιόλεκτων ιδιόλεκτων ιδιόλεκτων
αιτιατική ιδιόλεκτους ιδιόλεκτες ιδιόλεκτα
κλητική ιδιόλεκτοι ιδιόλεκτες ιδιόλεκτα

ιδιόλεκτος, -η, -ο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • για το επίθετο - λήγουν σε ιδιόλεκτος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.