Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καθημερινός η καθημερινή το καθημερινό
      γενική του καθημερινού της καθημερινής του καθημερινού
    αιτιατική τον καθημερινό την καθημερινή το καθημερινό
     κλητική καθημερινέ καθημερινή καθημερινό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καθημερινοί οι καθημερινές τα καθημερινά
      γενική των καθημερινών των καθημερινών των καθημερινών
    αιτιατική τους καθημερινούς τις καθημερινές τα καθημερινά
     κλητική καθημερινοί καθημερινές καθημερινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθημερινός < ελληνιστική κοινή καθημερινός < καθ' ἡμέραν (κατά + ἡμέρα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.θi.me.ɾiˈnos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καθημερινός, -ή, -ό

  1. που συμβαίνει, γίνεται ή εμφανίζεται κάθε μέρα
    για μένα το ξύρισμα είναι καθημερινή συνήθεια
    αυτός στο μαγαζί μας είναι καθημερινός
  2. που σχετίζεται με τις εργάσιμες μέρες και όχι τις γιορτές
     αντώνυμα: γιορτινός, επίσημος
    έβγαλε το κουστούμι και ξαναφόρεσε τα καθημερινά του ρούχα
  3. συνηθισμένος
    ο καφές είναι μια από τις καθημερινές απολαύσεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία