Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνηθισμένος < από τη μετοχή παθητικού παρακειμένου του συνηθίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συνηθισμένος -η -ο

  1. που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
    Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη οικογένεια και ένα συνηθισμένο επάγγελμα
     συνώνυμα: κοινός, κοινότοπος, συνήθης
  2. που έχει συνηθίσει κάτι και το αντέχει
    είναι συνηθισμένος στη σκληρή δουλειά
     συνώνυμα: μαθημένος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια: αυτές οι κακουχίες μας είναι γνώριμες και δεν μας τρομάζουν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: