Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

accustomed (en)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

accustomed (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος accustom