Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνηθίζω < μεσαιωνική ελληνική συνηθίζω < συνήθης

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνηθίζω (παθητική φωνή: συνηθίζομαι)

  1. (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ
  2. (αμετάβατο) αποκτώ ή έχω ήδη τη συνήθεια να κάνω κάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία