Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γραπτός η γραπτή το γραπτό
      γενική του γραπτού της γραπτής του γραπτού
    αιτιατική τον γραπτό τη γραπτή το γραπτό
     κλητική γραπτέ γραπτή γραπτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γραπτοί οι γραπτές τα γραπτά
      γενική των γραπτών των γραπτών των γραπτών
    αιτιατική τους γραπτούς τις γραπτές τα γραπτά
     κλητική γραπτοί γραπτές γραπτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραπτός < αρχαία ελληνική γραπτός (γραμμένος αλλά και ζωγραφισμένος)< γράφω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γραπτός

  1. ο γραμμένος, αυτός που βρίσκεται και σε γραπτή μορφή, ο γραφτός, λέξη που συχνά χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή προς τον προφορικό
    Καλά τα λες, αλλά εγώ θέλω τη συμφωνία μας γραπτή και υπογεγραμμένη
    γραπτός λόγος, γραπτή έκφραση (αλλά ήταν γραφτό να γίνει, ήταν μοιραίο, δείτε γραφτό και γραμμένο)
  2. επίσημος, έγκυρος, βέβαιος
    Δεν υπάρχει όμως καμία γραπτή πηγή που να το επιβεβαιώνει
    Θέλω γραπτά ντοκουμέντα, όχι εικασίες και πληροφορίες και λόγια του αέρα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στον πληθυντικό, τα γραπτά, ως ουσιαστικό, σημαίνει συνήθως τα έγγραφα με τις απαντήσεις εξεταζομένων σε κάποια άσκηση/διαγωνισμό (λέγονται και γραφτά)
  • την ιδια εννοια, ως ουσιαστικό, το ουδέτερο, μπορει να έχει και στον ενικό (δεν χωλαίνει μόνο στην τάξη, αν δείτε κι εσείς το τελευταίο γραπτό του, θα διαπιστώσετε ότι δεν τον αδικούμε)
  • τα γραπτά ως ουσιαστικό σημαινουν επισης τα καταγεγραμμένα, τα γραμμένα κείμενα συγγραφέων-ποιητών-ιστορικών κ.λπ. (και γραφτά)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία