Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ασφαλής ασφαλής ασφαλές
γενική ασφαλούς ασφαλούς ασφαλούς
αιτιατική ασφαλή ασφαλή ασφαλές
κλητική ασφαλή(ής) ασφαλής ασφαλές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασφαλείς ασφαλείς ασφαλή
γενική ασφαλών ασφαλών ασφαλών
αιτιατική ασφαλείς ασφαλείς ασφαλή
κλητική ασφαλείς ασφαλείς ασφαλή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασφαλής < αρχαία ελληνική ἀσφαλής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασφαλής

  1. που δεν κινδυνεύει από επίθεση, ατύχημα, σφάλμα κλπ
    οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είναι όλοι σώοι και ασφαλείς
    είναι ασφαλές να πούμε ότι το χρηματιστήριο έχει ανακάμψει;
  2. που δεν σφάλλει, επιβεβαιωμένος, ελεγμένος
    ασφαλείς πληροφορίες μιλούν για δεκάδες νενκρούς από το σεισμό
     αντώνυμα: ανεπιβεβαίωτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία