Δείτε επίσης: ἰσχυρός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ισχυρός η ισχυρή το ισχυρό
      γενική του ισχυρού της ισχυρής του ισχυρού
    αιτιατική τον ισχυρό την ισχυρή το ισχυρό
     κλητική ισχυρέ ισχυρή ισχυρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ισχυροί οι ισχυρές τα ισχυρά
      γενική των ισχυρών των ισχυρών των ισχυρών
    αιτιατική τους ισχυρούς τις ισχυρές τα ισχυρά
     κλητική ισχυροί ισχυρές ισχυρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ισχυρός < αρχαία ελληνική ἰσχυρός < ἰσχύς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ισχυρός, -ή, -ο

  1. που έχει δύναμη, ισχύ (σωματική, ψυχική, νομική κ.ά.)
  2. που βρίσκεται σε θέση ισχύος
  3. που δεν υποχωρεί
     συνώνυμα: ανυποχώρητος, ανένδοτος
  4. που δύσκολα αμφισβητείται, κλονίζεται ή αντικρούεται
     συνώνυμα: αναμφισβήτητος, αναντίλεκτος
  5. που έχει μεγάλη ένταση
     συνώνυμα: έντονος, σφοδρός
  6. αποτελεσματικός, δραστικός
  7. (γραμματική) ο γραμματικός τύπος που αποτελεί την πλήρη μορφή
    Ο τύπος «εμάς» είναι ο ισχυρός τύπος της προσωπικής αντωνυμίας ενώ ο τύπος «μας» ο αδύνατος.
     αντώνυμα: αδύνατος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • ισχυρό φύλο: το φύλο που επιβάλλεται στο άλλο (κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι το ανδρικό, άλλοι επιμένουν πως πρόκειται για το γυναικείο!)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το δίκαιο του ισχυροτέρου: όταν, κατά παράβαση των γραπτών ή ηθικών αρχών δικαίου, επιβάλλεται αυτό που θεωρεί δίκαιο ο στρατιωτικά, αριθμητικά ή σωματικά δυνατότερος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία