Δείτε επίσης: ἀντικρούω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντικρούω < αρχαία ελληνική ἀντικρούω < ἀντί + κρούω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντικρούω (παθητική φωνή: αντικρούομαι)

  1. αποκρούω, απωθώ
  2. αντιμετωπίζω, ανασκευάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία