Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιμετωπίζω < αντιμέτωπος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική affronter)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.di.mε.to.'pi.zo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντιμετωπίζω (παθητική φωνή: αντιμετωπίζομαι)

  1. είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.)
  2. υπομένω
  3. αποκρούω, αντιπαλεύω
  4. αντεπεξέρχομαι
  5. αντικρίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία