Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγωνίζομαι < αγώνας < ἀγών < ἄγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγωνίζομαι

  1. ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο
    Αγωνίστηκε καλά, αλλά ο Ρώσος ήταν ταχύτερο (αθλητισμός)
    Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν
    Είναι δίκαια κορυφαίος. ΄Αγωνίστηκε πολύ σκληρά για να φτάσει εκεί.
  2. περιγραφή τρόπου και κατάστασης ζωής, συνήθως δύσκολης
    -Πώς τα πας Κώστα; -Αγωνίζομαι, φίλε, όπως όλοι.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία