Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπεριφέρομαι < αρχαία ελληνική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sim.be.ɾiˈfe.ɾo.me/

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμπεριφέρομαι

  • αντιδρώ με συγκεκριμένο τρόπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

συμπεριφορισμός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία