Δείτε επίσης: μετόπη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέτωπο τα μέτωπα
      γενική του μετώπου των μετώπων
    αιτιατική το μέτωπο τα μέτωπα
     κλητική μέτωπο μέτωπα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέτωπο < αρχαία ελληνική μέτωπον < μετά + ὤψ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-
(μετεωρολογική και στρατιωτική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική front[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmɛ.tɔ.pɔ/
συλλαβισμός: μέ‐τω‐πο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέτωπο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
  2. (κατ' επέκταση) το μπροστινό τμήμα (π.χ. ενός κτηρίου)
     συνώνυμα: πρόσοψη
  3. η κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος ή κάτι
  4. (στρατιωτικός όρος) η στρατιωτική παράταξη προς τον εχθρό και ιδίως η πρώτη γραμμή της
  5. (κατ' επέκταση) (στρατιωτικός όρος) χώρος εντός του οποίου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις
  6. ζώνη εντός της οποίας γίνεται κάτι
  7. κοινή δράση ατόμων ή ομάδων, συμμαχία για κοινό σκοπό
  8. (μετεωρολογία) αέρια ζώνη με κοινά χαρακτηριστικά πίεσης, θερμοκρασίας κ.λπ.
    ψυχρό μέτωπο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • έχω το μέτωπό μου καθαρό: δεν έχω διαπράξει καμιά παρανομία ή κάτι το ηθικώς επιλήψιμο
     συνώνυμα: έχω το μέτωπο ψηλά
  • κατάρρευση του μετώπου:
  • κατά μέτωπο:

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία