Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζώνη ζώνες
γενική ζώνης ζωνών
αιτιατική ζώνη ζώνες
κλητική ζώνη ζώνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζώνη < αρχαία ελληνική ζώνη < ζώννυμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζώνη θηλυκό

  1. δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους: διακοσμητικούς, θεραπευτικούς κ.ά.
    συνώνυμα: ζωνάρι, ζωστήρας
  2. οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη (1)
  3. έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών
    μαύρη ζώνη στο καράτε
  4. (μεταφορικά) (με επιθετικό προσδιορισμό) περιοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός
    εμπόλεμη ζώνη
  5. (μεταφορικά) χρονική περίοδος
    διαφημιστική ζώνη

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • ζώνη ασφαλείας: ζώνη με την οποία συγκρατούμαστε στο κάθισμα του αυτοκινήτου σε περίπτωση αυτχήματος
  • ἡ ἐν οὐρανῷ ζώνη : το ουράνιο τόξο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζώνη < ζώννυμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζώνη

  1. η ζώνη