Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Lua error in package.lua at line 80: module 'Module:vv/mono' not found.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διακοσμητικός < διακοσμώ + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική décoratif / ornemental)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διακοσμητικός, -ή, -ό

  1. που διακοσμεί, που έχει σχέση με τη διακόσμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
  2. (μεταφορικά) που δεν παίζει σημαντικό ρόλο, που έχει δευτερεύουσα σημασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία