Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διακοσμώ < αρχαία ελληνική διακοσμέω / διακοσμῶ < διά + κοσμέω / κοσμῶ < κόσμος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική décorer)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.kɔ.ˈzmɔ/ και /ðʝa.kɔ.ˈzmɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διακοσμώ (παθητική φωνή: διακοσμούμαι)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

διακοσμημένος

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία