Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρούχο ρούχα
γενική ρούχου ρούχων
αιτιατική ρούχο ρούχα
κλητική ρούχο ρούχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρούχο < μεσαιωνική ελληνική ροῦχον < σλαβική рухо / ruho < πρωτοσλαβική *ruxo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρούχο ουδέτερο

  1. το ένδυμα, οτιδήποτε φοράει κάποιος
    ανδρικά / γυναικεία / παιδικά ρούχα
    βιοτεχνία / κατάστημα ρούχων
  2. τα απαραίτητα ενδύματα για κάποια περίσταση ή μια εποχή του έτους
    θέλω να ανανεώσω τα ρούχα μου για το χειμώνα

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βγαίνω έξω από τα ρούχα μου: αγανακτώ
  • έχω τα ρούχα μου (για γυναίκα): έχω περίοδο
  • με βγάζει απ' τα ρούχα μουβλέπε έκφραση: μου τη δίνει
  • τρώγομαι με τα ρούχα μου: γκρινιάζω με το παραμικρό

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία