Arrows blue.png Δείτε επίσης: Φανάρι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φανάρι τα φανάρια
      γενική του φαναριού των φαναριών
    αιτιατική το φανάρι τα φανάρια
     κλητική φανάρι φανάρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φανάρι < μεσαιωνική ελληνική φανάριον υποκοριστικό < αρχαία ελληνική φανός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φανάρι ουδέτερο

  1. μικρός φανός ή φως
    Έχουν χαλάσει τα πίσω φανάρια του αυτοκινήτου μου
  2. τα φώτα, οι σηματοδότες για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας
    Περιμένω να ανάψει το φανάρι
  3. παλιού τύπου, μικρό τετραγωνισμένο φωτιστικό που περιβάλλει τη λάμπα ή την όποια πηγή φωτισμού και έχει μεταλλικό σκελετό στον οποίο στερεώνονται τέσσερα κομμάτια γυαλιού και μία βάση
  4. ο φάρος στη ναυτική γλώσσα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κρατάει το φανάρι (για κάποιον που είναι στη συντροφιά ενός ζευγαριού το οποίο δεν του δίνει καμία σημασία, δεν συμμετέχει δηλαδή και απλά παρέχει το φωτισμό)
  • Τα κόκκινα φανάρια ήταν ταινία του κινηματογράφου και η φράση σήμαινε τα πορνεία
  • (είναι) φως φανάρι: είναι ολοφάνερο, το καταλαβαίνει ο καθένας
  • για να βρεις άνθρωπο, πρέπει να τον ψάξεις με το φανάρι (είναι δυσεύρετος δηλαδή, παροιμία από την πρακτική του φιλόσοφου Διογένη του Κυνικού)
  • το φανάρι του Διογένη (έτσι ονομάζεται το μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα, που κάποιοι ονομάζουν μνημείο τιου Δημοσθένη από ένα λάθος του 'Ελγιν)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία