Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φάρος οι φάροι
      γενική του φάρου των φάρων
    αιτιατική τον φάρο τους φάρους
     κλητική φάρε φάροι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φάρος < αρχαία ελληνική φάρος < νήσος Φάρος < αιγυπτιακά: ίσως pr-‘o «μεγάλο σπίτι»

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfa.ɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένας φάρος

φάρος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία