Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σήμα τα σήματα
      γενική του σήματος των σημάτων
    αιτιατική το σήμα τα σήματα
     κλητική σήμα σήματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σήμα < αρχαία ελληνική σῆμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsi.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σήμα ουδέτερο

  1. σχήμα ή άλλη οπτική ή ηχητική μέθοδος για την προβολή/εκπομπή ενός κωδικοποιημένου μηνύματος
    • μην ξεκινήσει κανείς πριν δοθεί το σήμα εκκίνησης
  2. πινακίδα τροχαίας
  3. λογότυπο εταιρείας ή οργανισμού
  4. συνεχής ακολουθία κωδικοποιημένων πληροφοριών υπό ή προς μετάδοση
  5. (συνεκδοχικά) σύνδεση σε δίκτυο τηλεφωνίας, ικανότητα λήψης εκπομπής ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή άλλου είδους ηλεκτρομαγνητικής μετάδοσης από αντίστοιχη συσκευή λήψης
    • το κινητό μου δεν έχει σήμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία