Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σημαία οι σημαίες
      γενική της σημαίας των σημαιών
    αιτιατική τη σημαία τις σημαίες
     κλητική σημαία σημαίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημαία < αρχαία ελληνική σημαία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.ˈmɛ.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημαία θηλυκό

  1. κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ.
    η γαλανόλευκη σημαία: η σημαία της Ελλάδας
    η αμερικανική σημαία: η σημαία των ΗΠΑ, η αστερόεσσα
    η λευκή σημαία: το σύμβολο ανακωχής
    μαύρη σημαία: σύμβολο των αναρχικών, των απεργών, των πειρατών, του πένθους
    μεσίστια σημαία: σύμβολο πένθους
  2. (μεταφορικά) το σύμβολο (πρόσωπο ή μη) μιας προσπάθειας, μιας ομάδας, ενός χώρου
    θα κάνομε την ισότητα και την δικαιοσύνη σημαία στον αγώνα μας!
    το όνομά του είναι σημαία για τους απανταχού ομοϊδεάτες του
  3. στα ταξί, μεταλλικό φωτεινό εξάρτημα που δείχνει στους πεζούς εάν το ταξί είναι ελεύθερο ή όχι
    • πάγια χρέωση (σε αντιδιαστολή με την ταρίφα, την χρονοχρέωση, το επιπλέον κόστος, τα έξτρα• πλέον όχι μόνο για το ταξί)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία