Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αξιωματικός αξιωματική αξιωματικό
γενική αξιωματικού αξιωματικής αξιωματικού
αιτιατική αξιωματικό αξιωματική αξιωματικό
κλητική αξιωματικέ αξιωματική αξιωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιωματικοί αξιωματικές αξιωματικά
γενική αξιωματικών αξιωματικών αξιωματικών
αιτιατική αξιωματικούς αξιωματικές αξιωματικά
κλητική αξιωματικοί αξιωματικές αξιωματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξιωματικός < αξίωμα


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αξιωματικός

  1. που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση
    αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή
  2. (μαθηματικά) που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα
    αξιωματική μέθοδος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξιωματικός αξιωματικοί
γενική αξιωματικού αξιωματικών
αιτιατική αξιωματικό αξιωματικούς
κλητική αξιωματικέ αξιωματικοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξιωματικός< αρσενικό του επίθ αξιωματικός ως ουσ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αξιωματικός αρσενικό (θηλυκό αξιωματικίνα)

  1. στρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα
  2. πλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού
  3. (στο σκάκι) πιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία