Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αξιωματικότητα οι αξιωματικότητες
      γενική της αξιωματικότητας των αξιωματικοτήτων
    αιτιατική την αξιωματικότητα τις αξιωματικότητες
     κλητική αξιωματικότητα αξιωματικότητες
Παράρτημα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αξιωματικότητα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία