Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχές < αρχή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρχές θηλυκό

  1. πληθυντικός που συνηθίζεται για να δηλώσει αορίστως κάποια μορφή επίσημης εξουσίας
    Οι αρχές αναζητούν το δράστη
  2. πληθυντικός που συνηθίζεται για να δηλώσει την ιεραρχία σε ηθικές προτεραιότητες
    Στα «Ηθικά Νικομάχεια» εξετάζονται, αναλύονται και διατυπώνονται από θεωρητικής και, ταυτόχρονα, πρακτικής απόψεως, οι αρχές της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής.
  3. (ως χρονικό επίρρημα) αρχικά, η απαρχή, το ξεκίνημα ή σχετικά ασαφής προσδιορισμός ενός γεγονότος
    Στις αρχές ήταν αρνητικός, αλλά σιγά σιγά τη συμπάθησε και τελικά την παντρεύτηκε
    Πρέπει να ήταν αρχές Φλεβάρη ή τέλη Γενάρη όταν έκανα την προηγούμενη μαγνητική τομογραφία, αλλά δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, γιατρέ
  4. Με κεφαλαίο, τάγμα αγγέλων


αρχή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αρχές