Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγγελος άγγελοι
γενική αγγέλου αγγέλων
αιτιατική άγγελο αγγέλους
κλητική άγγελε άγγελοι
 
ο άγγελος Γαβριήλ ανακοινώνει στην Παναγία ότι θα γεννήσει το Χριστό (El Greco - 1575)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγγελος < αρχαία ελληνική ἄγγελος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈaŋ.ɟɛ.lɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άγγελος αρσενικό

  1. αγγελιοφόρος
  2. ουράνιο ον, αγγελιαφόρος του θεού
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος με ευγένεια ψυχής ή / και εξαιρετικά όμορφος
  4. χονδριχθύες της τάξης Squatiniformes.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • άγγελος στη Βικιπαίδεια  
  • Στη Βικιπαίδεια, θα δείτε μια από τις πιθανές ιεραρχίες των αγγέλων. Αυτοί χωρίζονται σε 3 τάξεις, που η καθεμιά τους χωρίζεται σε 3 ταξιαρχίες:
  1. Σεραφείμ - Χερουβείμ - Θρόνοι
  2. Κυριότητες - Δυνάμεις - Εξουσίες
  3. Αρχές - Αρχάγγελοι - Άγγελοι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία