Δείτε επίσης: Δράμα, Drama

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δράμα τα δράματα
      γενική του δράματος των δραμάτων
    αιτιατική το δράμα τα δράματα
     κλητική δράμα δράματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δράμα < (λόγιο) αρχαία ελληνική δρᾶμα < δρῶ
(νεότερες έννοιες) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική drame < νεολατινική drama < αρχαία ελληνική δρᾶμα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðɾa.ma/
συλλαβισμός: δρά‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δράμα ουδέτερο

  1. ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα
    παραστάσεις αρχαίου δράματος
  2. θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονα πάθη και συγκρούσεις
  3. η δυστυχία, τα πάθη ενός ανθρώπου ή ενός συνόλου
    ζει το προσωπικό του δράμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία