Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τραγωδία τραγωδίες
γενική τραγωδίας τραγωδιών
αιτιατική τραγωδία τραγωδίες
κλητική τραγωδία τραγωδίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγωδία < αρχαία ελληνική τραγῳδία < τράγων ᾠδή, τραγούδι Χορού του οποίου τα μέλη είναι μεταμφιεσμένα σε Σατύρους (τραγόμορφους δαίμονες)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾa.ɣɔ.ˈði.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραγωδία θηλυκό

  1. είδος της αρχαίας δραματικής ποίησης, το σοβαρό δράμα που παρουσιάζει συνήθως ένα μύθο ή σπανιότερα ένα ιστορικό γεγονός με εκφραστικό όργανο τον ποιητικό λόγο και αποσκοπεί στο να συγκινήσει και να διδάξει
  2. ένα έργο που ανήκει στο είδος αυτό
  3. είδος του νεότερου θεάτρου με τραγικό χαρακτήρα
  4. (μεταφορικά) γεγονός που συγκλονίζει με το μέγεθος της καταστροφής που προκλήθηκε

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία