Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τράγος τράγοι
γενική τράγου τράγων
αιτιατική τράγο τράγους
κλητική τράγε τράγοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τράγος < αρχαία ελληνική τράγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τράγος αρσενικό

  1. ενήλικο αρσενικό κατσίκι
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) άξεστος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τράγος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τράγος αρσενικό

  1. τράγος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία