Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατσίκι τα κατσίκια
      γενική του κατσικιού των κατσικιών
    αιτιατική το κατσίκι τα κατσίκια
     κλητική κατσίκι κατσίκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
κατσίκι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατσίκι < μεσαιωνική ελληνική κατσίκι < τουρκική keçi < παλαιά τουρκική eçkü < πρωτοτουρκική *kü- / *ke- (ή αλβανική kats)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατσίκι ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία