Δείτε επίσης: αιξ

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική αἴξ αἶγε αἶγες
Γενική αἰγός αἰγοῖν αἰγῶν
Δοτική αἰγί αἰγοῖν αἰξί(ν)
Αιτιατική αἶγα αἶγε αἶγας
Κλητική αἴξ αἶγε αἶγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἴξ < ἀΐσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἴξ θηλυκό

  1. (ζωολογία) η κατσίκα
  2. αἶγες : μεγάλα κύματα