Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τραγόπαπας οι τραγοπαπάδες
      γενική του τραγόπαπα των τραγοπαπάδων
    αιτιατική τον τραγόπαπα τους τραγοπαπάδες
     κλητική τραγόπαπα τραγοπαπάδες
Κατηγορία όπως «τραγόπαπας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγόπαπας < τράγ(ος) + -ό- + παπάς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾaˈɣo.pa.pas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρα‐γό‐πα‐πας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραγόπαπας αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία