Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Bock die Böcke
γενική des Bock(e)s der Böcke
δοτική dem Bock(e) den Böcken
αιτιατική den Bock die Böcke

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Bock (de) αρσενικό

  1. (ζωολογία) τράγος
  2. (καθομιλουμένη) (χωρίς πληθυντικό) όρεξη για κάτι, συμπάθεια για κάποιον ή κάτι
    Ich hab' keinen Bock, fernzusehen. - Δεν έχω όρεξη να δω τηλεόραση.
     συνώνυμα: Lust


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • den Bock zum Gärtner machen - βάζω τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα (κυριολεκτικά: κάνω τον τράγο κηπουρό)


ΣύνθεταΕπεξεργασία


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία