Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπάθεια οι συμπάθειες
      γενική της συμπάθειας των συμπαθειών
    αιτιατική τη συμπάθεια τις συμπάθειες
     κλητική συμπάθεια συμπάθειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπάθεια < αρχαία ελληνική συμπάθεια < συμπαθής < σύν + πάσχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπάθεια θηλυκό

  1. θετική, συναισθηματικά, στάση απέναντι σε κάτι ή κάποιον
    τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τη Μαρία
  2. ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι
    έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στα ψηλά καπέλα
  3. το αντικείμενο της συμπάθειας
    ο μεγάλος μου ανιψιός είναι η συμπάθειά μου
  4. (ψυχολογία) συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ ατόμων που οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων συναισθημάτων
  5. (ιατρική) φαινόμενο κατά το οποίο ένα όργανο του σώματος αποκτά τα ίδια συμπτώματα με άλλο
  6. (φυσική) φαινόμενο κατά το οποίο ένα υλικό αποκτά μερικές ή παρεμφερείς ή όλες τις ιδιότητες άλλου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία