Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέσιμο δεσίματα
γενική δεσίματος δεσιμάτων
αιτιατική δέσιμο δεσίματα
κλητική δέσιμο δεσίματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέσιμο < δέσ- (αοριστικό θέμα του δένω) + -ιμο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δέσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του δένω (για σχοινιά, αντικείμενα που δένονται μαζί για να αποτελέσουν ένα σύνολο)
  2. η επίδεση (για τραύματα)
  3. η συναρμολόγηση (για μηχανισμούς)
  4. η βιβλιοδεσία (για βιβλία)
  5. η ψυχική και συναισθηματική εγγύτητα, η ύπαρξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα σε πρόσωπα
  6. ο σχηματισμός του καρπού από το άνθος
  7. (μαγειρική, ζαχαροπαστική) ο σχηματισμός μιας ομοιόμορφης, πυκνής μάζας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία