Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υλικό υλικά
γενική υλικού υλικών
αιτιατική υλικό υλικά
κλητική υλικό υλικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υλικό < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.li.ˈkɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υλικό ουδέτερο

  1. ουσία με χαρακτηριστικές ιδιότητες που ταυτοποιούν τη συγκεκριμένη ουσία
  2. (υλικό υπολογιστή) το ηλεκτρονικό μέρος (hardware) του υπολογιστή, το οποίο και δεν τροποποιείται (μεταβάλλεται) κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του
    • ένα υπολογιστικό σύστημα αποτελείται από το υλικό και το λογισμικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

υλικό