Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η όρεξη οι ορέξεις
      γενική της όρεξης
& ορέξεως
των ορέξεων
    αιτιατική την όρεξη τις ορέξεις
     κλητική όρεξη ορέξεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όρεξη < αρχαία ελληνική ὄρεξις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όρεξη θηλυκό

  1. η επιθυμία για φαγητό
  2. η επιθυμία να κάνει κάτι ή να ασχοληθεί με κάτι κανείς
    έχει όρεξη για διάβασμα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τρώγοντας έρχεται η όρεξη: ακόμα κι αν δεν σου αρέσει κάτι θα αρχίσει να σου αρέσει όταν ασχοληθείς μαζί του
  • περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, περί ορέξεως ουδείς λόγος: στα θέματα γούστου δεν υπάρχουν κανόνες και πρότυπα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία