Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαγητό φαγητά
γενική φαγητού φαγητών
αιτιατική φαγητό φαγητά
κλητική φαγητό φαγητά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαγητό < μεσαιωνική ελληνική φαγητόν < αρχαία ελληνική ἔφαγον, αόριστος του ρήματος ἐσθίω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαγητό ουδέτερο

  1. η τροφή, το φαΐ
  2. είδος τροφής
    ποιο φαγητό σού αρέσει;
    το πρόχειρο φαγητό είναι η απόδοση του όρου fast food
  3. η ενέργεια του τρώω, το γεύμα
    τον καλέσαμε το βράδυ για φαγητό
  4. (συνεκδοχικά) η χρονική στιγμή που τρώμε
    μας τηλεφώνησε την ώρα του φαγητού
    μας πέτυχε πάνω στο φαγητό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία