Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

mad (en)

  1. τρελός
    συνώνυμα: insane
  2. (ΗΠΑ) θυμωμένος, ενοχλημένος
  3. τρελός, παράλογος, ανόητος, ασύνετος
  4. τρελός, ενθουσιασμένος
    Aren't you just mad for that red dress?
  5. λυσσασμένος, που έχει λύσσα
    a mad dog
  6. (αργκό, κυρίως στις ΒΑ ΗΠΑ) πολύς (πρβλ το ελληνικό τρελά λεφτά)
    There's always mad girls at those parties

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Δανικά (da) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

mad 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mad (da)