Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkreɪzi/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

crazy (en)

  1. τρελός, παράφρων
  2. εκτός ελέγχου
    when she gets on the motorcycle she goes crazy
    that guy is just crazy
  3. τρελός, υπερβολικά ενθουσιασμένος
    he went crazy when he won
  4. τρελός, ξετρελαμένος (ερωτευμένος)
    why is she so crazy about him?

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crazy (en)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία