Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρελαίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρελαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τρελαίνομαι

  1. γίνομαι τρελός, χάνω προσωρινά ή μόνιμα την ικανότητα να σκέφτομαι λογικά, παθαίνω ψυχολογική διαταραχή
  2. έχω πολύ ή υπερβολικό ενθουσιασμό για κάτι, μου αρέσει πολύ
  3. θυμώνω πολύ με κάτι

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία